φιλόξενος

Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ποιητής διθυράμβων από τα Κύθηρα (435 – 380 ή 379). Όταν οι Αθηναίοι κυρίευσαν την πατρίδα του, μεταφέρθηκε στην Αθήνα αιχμάλωτος και έγινε αρχικά δούλος και έπειτα απελεύθερος του διθυραμβοποιού Μελανιππίδη. Περιόδευσε σε πολλά μέρη της Ελλάδας και πήγε στην αυλή του Διονυσίου του Πρεσβύτερου, τυράννου των Συρακουσών, όπου όμως φυλακίστηκε επειδή εκφράστηκε άσχημα για τα ποιήματα του Διονυσίου. Τον έβαλαν να δουλέψει στα λατομεία, κι όταν ο τύραννος τον ρώτησε πάλι για την ποιητική του αξία, ζήτησε, αντί για απάντηση, να τον ξαναστείλουν στα λατομεία. Την τρίτη φορά χαρακτήρισε τα ποιήματα οικτρά, και επειδή ο Διονύσιος νόμισε πως εννοούσε ότι προκαλούν τον οίκτο, και συνεπώς ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της τραγωδίας, τον απελευθέρωσε. Άλλη παράδοση αποδίδει τη φυλάκισή του στις σχέσεις του με τη Γαλάτεια, ερωμένη του Διονυσίου. Ο Φ. κατέφυγε ύστερα στον Τάραντα, έπειτα στην Κόρινθο και τελικά στην Έφεσο, όπου και πέθανε. Eίχε μεγάλη φήμη εξαιτίας των 24 διθυράμβων του. Ονομαστότερος ήταν ο Κύκλωψ, που είχε ως θέμα τον έρωτα του Κύκλωπα Πολύφημου προς τη Γαλάτεια, και παρωδούσε, με μορφή βουκολικού δράματος, την έλλειψη καλού γούστου του Διονυσίου. Άλλοι διθύραμβοι ήταν ο Υμέναιος, μια Γενεαλογία των Αιακιδών μελικώς και το Δείπνον. 2. Αλεξανδρινός γιατρός. (1ος αι. π.Χ.). Έγραψε το πρώτο ελληνικό σύγγραμμα πρακτικής χειρουργικής, τα οποία δεν διασώθηκε. 3. Γραμματικός από την Αλεξάνδρεια. (1ος αι. π.Χ.). Έγραψε πολλά γραμματικά και ετυμολογικά έργα, που δεν διασώθηκαν. 4. Φ. ο Ερετριεύς. Ζωγράφος τον οποίο αναφέρει ο Πλίνιος στη Φυσική Ιστορία του, μαθητής του Νικομάχου, που ζωγράφισε για τον βασιλιά Κάσσανδρο (306 – 297 π.Χ.) έναν πίνακα με τη σκηνή της μάχης του Μεγάλου Αλεξάνδρου εναντίον του Δαρείου και άλλα μικρότερα έργα. Ένα αντίγραφο της Μάχης του Αλεξάνδρου αναγνωρίστηκε από τους μελετητές στο εξαίρετο ψηφιδωτό της Πομπηίας (Μάχη της Ισσού), της έπαυλης του Φαύνου που χορεύει (τώρα βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο της Νάπολης): τα τολμηρά συμπλέγματα, η δυναμικότητα που χαρακτηρίζει τα πρόσωπα, η χρησιμοποίηση έντονων χρωμάτων και αποχρώσεων, που σβήνουν, ώστε να τονίζουν τις αντιθέσεις των χρωμάτων, δίνουν μια εξήγηση του όρου συνθετική, με την οποία χαρακτηρίζει ο Πλίνιος την τέχνη του και μια ιδέα της ελληνικής ζωγραφικής στα τέλη του 4ου αι. π.Χ.
* * *
-η, -ο / φιλόξενος, -ον, ΝΜΑ, και ποιητ. τ. φιλόξεινος Α
1. αυτός που τού αρέσει να φιλοξενεί, να υποδέχεται και να περιποιείται τους ξένους στο σπίτι ή στον τόπο του
2. (γενικά) αυτός που αγαπά τους ξένους
αρχ.
φρ. «πάσχω φιλόξενον ἔργον» — φιλοξενούμαι (Πίνδ.).
επίρρ...
φιλοξένως ΝΑ, και φιλόξενα Ν
κατά τρόπο φιλόξενο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο)-* + ξένος*].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Φιλόξενος — loving strangers masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλόξενος — loving strangers masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλόξενος — [филоксэнос] яг. гостеприимный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φιλόξενος — η, ο επίρρ. α ο πρόθυμος να υποδέχεται και να περιποιείται με φιλοφροσύνη τους ξένους στο σπίτι του: Οι φίλοι σας είναι φιλόξενοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φιλοξενωτάτων — φιλόξενος loving strangers fem gen superl pl φιλόξενος loving strangers masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοξενώτατον — φιλόξενος loving strangers masc acc superl sg φιλόξενος loving strangers neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοξένως — φιλόξενος loving strangers adverbial φιλόξενος loving strangers masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλόξεινον — φιλόξενος loving strangers masc/fem acc sg φιλόξενος loving strangers neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλόξενον — φιλόξενος loving strangers masc/fem acc sg φιλόξενος loving strangers neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φιλοξεινότατος — φιλόξενος loving strangers masc nom superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.